σκαπτικός

σκαπτικός
και σκαφτικός, -ή, -ό, Ν [σκάπτω / σκάφτω]
1. αυτός που αναφέρεται στο σκάψιμο ή που είναι κατάλληλος για σκάψιμο (α. «σκαπτικά εργαλεία» β. «σκαπτική μηχανή»)
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα σκαπτικά και σκαφτικά
η πληρωμή για το σκάψιμο, η αμοιβή τού σκαφτιά.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • σκαπτικός — ή, ό κατάλληλος για σκάψιμο: Αγόρασαν καινούρια σκαπτικά εργαλεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δίτομος — η και ος, ο 1. αυτός που αποτελείται από δύο τόμους («δίτομο λεξικό», «δίτομη έκδοση») 2. το αρσ. ως ουσ. ο δίτομος σκαπτικός, νυκτόβιος κάνθαρος τών μεσογειακών χωρών 3. το θηλ. ως ουσ. η δίτομος κολεόπτερο τής οικογένειας τών κολυδιιδών …   Dictionary of Greek

  • πηλοδύτης — ο, Ν ζωολ. μικρόσωμος ευκίνητος βάτραχος, νυκτόβιος και σκαπτικός, που απαντά στη Δυτική Ευρώπη. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. pelodytes (< πηλός + δύτης)] …   Dictionary of Greek

  • σκάβω — σκάπτω, ΝΜΑ, και σκάφτω Ν 1. χτυπώ με ειδικό εργαλείο το έδαφος και αναστρέφω το χώμα για διάνοιξη ορύγματος ή προκειμένου να καλλιεργήσω τη γη (α. «για το φτωχό ασπρομάλλη πο σκαψε κάμπους και βουνά, δυο πήχες τόπο μοναχά, τώρα θα σκάψουν άλλοι» …   Dictionary of Greek

  • σκαφευτικός — ή, ό, Ν [σκαφέας / σκαφεύς] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη σκαφή και στον σκαφέα, σκαπτικός («σκαφευτικά εργαλεία») …   Dictionary of Greek

  • σκαφτικός — ή, ό, Ν βλ. σκαπτικός …   Dictionary of Greek

  • χωματοσκαπτικός — ή, ό, Ν (για μηχάνημα) αυτός που σκάβει αρκετά βαθιά και σε μεγάλες ποσότητες το χώμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < χώμα, ατος + σκαπτικός] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”